Τὸ πρόβλημα τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα

Μία γιορείτικη θεώρησι

ρχιμ. Βασιλείου βηρίτου


 
­κο­με τ θέ­μα πο ­πάρ­χει. Κα­τα­λα­βαί­νου­με τ προ­βλή­μα­τα. Δε­χό­μα­στε τς δυσκολίες. ­πάρ­χουν και­νούρ­γι­ες συν­θ­κες ζω­ς. Βρί­σκον­ται μα­ζ μ τ ρ­θό­δο­ξα παι­δι­ τς λ­λά­δος ξέ­να, λ­λης κα­τα­γω­γς κα λ­λων πα­ρα­δό­σε­ων.

Πρέ­πει ν βρε­θ ­νας τρό­πος ν μπο­ρέ­σω­με ν συμ­βι­ώ­νω­με, ν ­νε­χό­μα­στε τν λ­λον τς λ­λης πα­ρα­δό­σε­ως. Βρι­σκό­μα­στε σ νέ­α ­πο­χή. Ε­κο­λα με­τα­κι­νον­ται πλη­θυ­σμοί. Μεταφέρον­ται πλη­ρο­φο­ρί­ες, γνώ­σεις κα μ­πο­ρεύ­μα­τα.Πρέ­πει ν ε­ναι τ σχο­λε­ο ­νοιχ­τό, ­νε­κτι­κό. Κα τ δι­κά μας παι­δι­ ν τ κα­τα­λά­βουν, ν τ δε­χθον. Κα τ ξέ­να παι­δι­ ν μν α­σθά­νων­ται ξέ­να, λ­λ ν τρέ­φων­ται ­π τ μι­ πηγ τς ­λή­θει­ας.

            Γί­νε­ται συ­ζή­τη­σι. Προ­βλη­μα­τί­ζον­ται πολ­λοί. Προ­τεί­νον­ται λύ­σεις: τ σχο­λε­ο ν ­χη ­να χα­ρα­κτ­ρα θρη­σκει­ο­λο­γι­κό. Ν μεί­νη ­μο­λο­γι­α­κ ­φό­σον συν­τρι­πτι­κ πλει­ο­ψη­φί­α, σχε­δν λό­της, ε­ναι ρ­θό­δο­ξη. Ν πά­ρη χα­ρα­κτ­ρα πι­ ­νοιχ­τό, μ γνω­σι­ο­λο­γι­κ πε­ρι­ε­χό­με­νο.

            Τ ­κο­με, τ βλέ­πο­με, τ κα­τα­νο­ο­με. ­πάρ­χει πρό­βλη­μα. λ­λ τ­σι πο τί­θε­ται προκα­λε δυ­σκο­λί­ες. Δη­μι­ουρ­γον­ται ν­τι­μα­χό­με­νες πα­ρα­τά­ξεις.

            ­λοι ­σχυ­ρί­ζον­ται ­τι ξε­κι­νον ­π τν ρ­θό­δο­ξη κ­κλη­σί­α. Δν ρ­νον­ται λ­λ κηρύτ­τουν τν ρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­σι. λ­λ ­ν α­τ λέ­γον­ται ο δι­α­φω­νί­ες ­πάρ­χουν. Τ χά­σμα φαί­νε­ται με­γά­λο.

*   *   *

            Βλέ­πον­τας τ θέ­μα ­λο ­π τ δι­κή μας πλευ­ρ τ βλέ­πο­με σο­βα­ρ κα ταυ­τό­χρο­να νύ­παρ­κτο.

            ρ­χό­με­νοι στ ­γι­ον ­ρος μπαί­νο­με σ ­να σχο­λε­ο. Γι­νό­μα­στε ­σό­βι­οι μα­θη­τές. Σπουδά­ζο­με κα ζο­με τ λει­τουρ­γι­κ θε­ο­λο­γί­α τς κ­κλη­σί­ας.

            ­δ βρί­σκο­με τν ­πάν­τη­σι γι­ τ θέ­μα. "ν α­τ γρ ζ­μεν κα κι­νού­με­θα καί ­σμεν". Νοι­ώ­θο­με ν ε­ναι κά­τι λ­λο πα­ναν­θρώ­πι­νο κα θε­ϊ­κό. Δν ε­ναι μι­ θρη­σκευ­τι­κ ­πο­ψι. Ε­ναι μι­ θε­ο­φά­νει­α· φα­νέ­ρω­σι το ­ο­ρά­του, ­κα­τα­λή­πτου κα ­προ­σί­του Θε­ο.

            Στς ν­τιρ­ρή­σεις πο μπο­ρε ν προ­κλη­θον ­π τ λε­γό­με­νά μας, ­πλς λέ­με: ­φ­στε μας ν μι­λή­σω­με γι­ τ θέ­μα. ­φ­στε μας ν σι­ω­πή­σω­με. Ν π­με στν ­κρη. Ν μν μποδίζω­με κα­νέ­να. Ν πο­με: "ρ­χου κα ­δε" (­ω. 1, 46). Δν μπο­ρες ν πς τ ρ­ρη­τα.

*   *   *

            Ζν­τας μέ­σα στν κ­κλη­σί­α κ­πλήτ­τε­σαι. Δν πλη­σι­ά­ζεις τ μυ­στή­ρι­ο τς ζω­ς διανοητι­κά. Γνω­ρί­ζεις τν Θε­ ς πλη­σμο­ν ­γά­πης, ­λή­θει­ας κα κάλ­λους. Βαφ­τί­ζε­σαι λόκληρος στ νά­μα­τα τς χά­ρι­τος.

            Γνω­ρί­ζο­με τν ­φα­τη ­γά­πη το Θε­ο: Γί­νε­ται ν­θρω­πος. Τα­πει­νώ­νε­ται. Θυ­σι­ά­ζε­ται. Δν κρί­νει κα­νέ­να. Δέ­χε­ται ν κρι­θ ­π ­λους. Τ πάν­τα ­πο­μέ­νει γι­ ν σώ­ση τν ν­θρω­πο, γι­ ν σώ­ση τν ­λευ­θε­ρί­α του. Πα­ρα­ξε­νεύ­ε­σαι κα μέ­νεις ­φω­νος μπρο­στ σ' α­τ τν ταπείνω­σι, τ ­λε­ος, τ φι­λαν­θρω­πί­α.

            Βλέ­πεις πς ­πεμ­βαί­νει. Δν τι­μω­ρε τν ­δύ­να­το. Α­ρει τν ­μαρ­τί­α το κό­σμου. Κατακρί­νει τν ­μαρ­τί­α ν τ ­αυ­το σαρ­κί. Σ κ­πλήτ­τει μ τ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

            Ε­ναι Παν­το­κρά­τωρ κα παν­το­δύ­να­μος. Πο­λι­τεύ­ε­ται ς ­δύ­να­τος κα ­νύ­παρ­κτος γι­ ν μπο­ρέ­ση ν ­να­πτυ­χθ ν­θρω­πος.

            Φεύ­γει ­π ­γά­πη. "Συμ­φέ­ρει ­μν ­να ­γ ­πέλ­θω". Κα τν ­δι­α στιγ­μ ε­ναι οράτως πα­ρν πο τ κά­νει ­λα γι­ τ σω­τη­ρί­α ­λων. Ε­ναι προ­σφέ­ρων κα προ­σφε­ρό­με­νος κα προσ­δε­χό­με­νος κα δι­α­δι­δό­με­νος στ σω­τη­ρί­α το σύμ­παν­τος κό­σμου. διαγωγή Του μς κρίνει.

            Μέ­γα τ μυ­στή­ρι­ο το Θε­ο. Μέ­γα τ μυ­στή­ρι­ο το ν­θρώ­που· το μι­κρο, το ρρωστου, φυ­λα­κι­σμέ­νου κα ξέ­νου.

            Εναι Θες κα γί­νε­ται ν­θρω­πος. Εναι Θεάνθρωπος κα ­μο­λο­γε: "­γώ ε­μι σκώ­ληξ κα οκ ν­θρω­πος". Ταπεινώνεται. Πάει πι κάτω π τν νθρωπο. Θέ­λει ν σώ­ση τν περιφρονημέ­νο κα ­λά­χι­στο. Θέλει ν θεώση τ νθρώπινο.

            Δν ε­ναι λ­λο ­μο­λο­γί­α τς θε­ϊ­κς δυ­νά­με­ως κα το κύ­ρους· κα λ­λη συν­τρι­β τς τα­πει­νώ­σε­ώς Του. Τ "­γώ ε­μι σκώ­ληξ κα οκ νθ­ρω­πος" λέ­ει δι­ τς δι­α­γω­γς του ξεκάθα­ρα: ­γ ε­μαι Θε­ς κα ­χι ν­θρω­πος.

            Μό­νον ­νας Θε­ς μπο­ρε τό­σο ν τα­πει­νω­θ κα ν φα­νε­ρώ­ση τ θε­ϊ­κ δό­ξα τς ταπεινώ­σε­ως.

            Κα γι­ τν πιστ· δν ε­ναι λ­λο ­μο­λο­γί­α τς πί­στε­ως κα λ­λο προ­σφο­ρ τς γάπης πρς λο τν κόσμο. Τ να πολύτιμο πο χει ν προσφέρη εναι λήθεια τς πίστεως.

            ­μέ­σως δη­μι­ουρ­γε­ται λ­λο κλί­μα. ­πο­κτς λ­λη συ­νεί­δη­σι το τί ε­ναι Θε­ός, τί κό­σμος κα τί ν­θρω­πος. Δν παίρ­νεις θέ­σι ­μυ­νο­μέ­νου, λ­λ γε­μί­ζεις μ τ δέ­ος το προ­σκυ­νη­το πο συγ­κλο­νί­ζε­ται ­π τ θε­ϊ­κ με­γα­λε­ο τς ­γά­πης πο σ πε­ρι­βάλ­λει.

            ­πο­κτς λ­λες α­σθή­σεις. Γί­νε­σαι μι­ α­σθη­σι. Κά­νεις δι­ά­γνω­σι τς ­ξί­ας το κά­θε νθρώ­που κα πράγ­μα­τος. Γνω­ρί­ζεις τν ­γνω­στο. Πλη­σι­ά­ζεις τν ­φθα­στο. Α­τς σ πλη­σι­ά­ζει. Γι' α­τ τ "γνόν­τες τν Θε­ν" κ­φρά­ζε­ται μ τ "γνω­σθέν­τες ­π το Θε­ο" (Γαλ. 4, 9).

            ­λα με­τρον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά, με­τα­μορ­φώ­νον­ται θε­ϊ­κά. ­λα ε­ναι φα­νέ­ρω­σι α­τς τς ­γά­πης· κα ­ταν μς συμ­πα­ρα­στέ­κε­ται στορ­γι­κ κα ­ταν μς γ­κα­τα­λεί­πει δι­α­κρι­τι­κά.

            Στν ­πό­στο­λο Πέ­τρο πο ζη­τ ν βα­δί­ση ­π τν ­δά­των κα ν λ­θη πρς Α­τόν, ­π ­γά­πη το δί­δει τ δύ­να­μι. Στ συ­νέ­χει­α, ­π τν ­δι­α ­γά­πη κι­νού­με­νος α­ρει τν χά­ρι Του, κα Πέ­τρος βυ­θί­ζε­ται. Τό­τε ­π μέ­σα του φυ­σι­ο­λο­γι­κ βγαί­νει κραυ­γή· ­πι­στά­τα ­πολ­λύ­με­θα, σ­σε μας.

            με­γα­λω­σύ­νη το Θε­ο φα­νε­ρώ­νε­ται στ θυ­σί­α τς ­γά­πης κα στν κέ­νω­σι τς προσφο­ρς. Τ με­γα­λε­ο το ν­θρώ­που βρί­σκε­ται κα ­να­πτύσ­σε­ται μέ­σα στ πνε­μα τς εγνω­μο­σύ­νης, τς ­πο­μο­νς κα τς ε­χα­ρι­στί­ας πρς Α­τν πο προ­σφέ­ρε­ται ς τρο­φ το παν­τς κό­σμου, ς ρ­τος ο­ρά­νι­ος, με­λι­ζό­με­νος κα μ δι­αι­ρού­με­νος, πάντοτε σθι­ό­με­νος κα μη­δέ­πο­τε δα­πα­νώ­με­νος. Στέλ­νει τ Πνε­μα του, τ ­πα­θς με­ρι­ζό­με­νον κα ­λο­σχε­ρς μετεχόμε­νον. Σ κά­θε ­για με­ρί­δα θεί­ου ρ­του βρί­σκε­ται ­λος Χρι­στς. Σ κά­θε χά­ρι­σμα ­λα τ χα­ρί­σμα­τα το Πνεύ­μα­τος. τ­σι καθένας τρέφεται μ τν χάρι τς αωνιότητος.

            Μ τν ­πο­μο­ν κα τν ­γά­πη δέ­χε­ται ν­θρω­πος τ θεί­α ­πί­σκε­ψι. ­λα ε­ναι ελογία: ­ταν μς χα­ρί­ζη τν ­γεί­α, μς τρέ­φει πνευ­μα­τι­κά. ­ταν ­πι­τρέ­πη δο­κι­μα­σί­ες, μς χαρί­ζει τ ­νέλ­πι­στα. Στ τέ­λος πι­ με­γά­λη πα­ρά­κλη­σι κα ­στεί­ρευ­τη χα­ρ ρ­χε­ται ­π τς δοκιμα­σί­ες. Ο­τε χαί­ρε­σαι μό­νο στ χα­ρά, ο­τε στυ­γνά­ζεις στ θλί­ψι. ­να­παύ­ε­σαι σ Α­τν πο ε­ναι Θε­ς ­λέ­ους, ο­κτιρ­μν κα φι­λαν­θρω­πί­ας. Κα­τα­λή­γεις σ μί­α α­τη­σι: Γε­νη­θή­τω τ θέ­λη­μά σου. Χω­ρς α­τν τί­πο­τε δν ­χει νό­η­μα. Μ τ χά­ρι Του ­λα με­τα­τρέ­πον­ται, πρ παν­τς τ πώ­δυ­να, σ ε­λο­γί­ες.

            ν­θρω­πος πλάσθηκε π τν Θε μ μι ψυχ πο ξεπερν τν ξία λου το κόσμου, κα μ μι δίψα πο δν σβήνει μ λες τς χαρς κα τς πιτυχίες. ­λο τν κό­σμο ν το δώ­σης μέ­νει ­νι­κα­νο­ποί­η­τος κα νη­στι­κός. Στ ­λά­χι­στο τ θε­ϊ­κ χάρισμα βρί­σκει τ πν πο ­κα­τά­παυ­στα ξε­περ­νι­έ­ται κα πά­ει πα­ρα­πέ­ρα. Α­τ τ ­λά­χι­στο μ τν ­τε­λεύ­τη­το δυναμισμ δν κα­τορ­θώ­νε­ται μ ­κα­νό­τη­τες κα προ­σπά­θει­ες ν­θρώ­πι­νες. Ε­ναι δ­ρο το ­νς πο δί­δε­ται ­ξαίφ­νης στν ­λά­χι­στο κα τα­πει­ν πο μό­νον ­γα­π, ­πο­μέ­νει κα λ­πί­ζει, ­κό­μα κα ­ταν ­λα χά­νων­ται.

            ­χει σαρ­κω­θ ­λή­θει­α τς ­γά­πης πο κα­ταρ­γε τος χω­ρι­σμος κα τν θά­να­το. Ατ τ σαρ­κω­θε­σα ­λή­θει­α κα τν ­γά­πη γνω­ρί­ζο­με. Α­τ μς ­φε­ρε κ το μ ν­τος ες τ ε­ναι. Α­τ μς σώ­ζει δω­ρε­άν. Α­τν ­μο­λο­γο­με κα κη­ρύτ­το­με. Σ' α­τν γ­κα­τα­λεί­πομε τν ζω­ν μν ­πα­σαν κα τν λ­πί­δα. Σ' α­τν γ­κα­τα­λεί­πομε τ παι­δι­ ­λου το κό­σμου γι­ ν προ­κό­ψουν.

*   *   *

            Τ σύ­νο­λο τς ζω­ς στν κ­κλη­σί­α γνω­ρί­ζε­ται ς μί­α ­ορ­τή, ­να πα­νη­γύ­ρι χα­ρς. Μέ­σα σ' α­τ τ πα­νη­γύ­ρι τς ζω­ς κα τς ε­φρο­σύ­νης βά­ζει ρ­θό­δο­ξη ­γω­γ τ παι­δι­ά. Νοι­ώ­θουν τ ζε­στα­σι­ τς ­γά­πης κα τ χα­ρ το παι­χνι­δι­ο.

            ­σο περ­ν και­ρς κα με­γα­λώ­νουν, γεν­νι­ον­ται μέ­σα τους νέ­α ­ρω­τή­μα­τα κα προβλή­μα­τα: Φυ­σι­ο­λο­γι­κ ρ­χον­ται κα ο ­παν­τή­σεις. Τό­τε βλέ­πουν τ ­πλ λό­γι­α, ο ­χοι κα ο ε­κό­νες τς λει­τουρ­γι­κς θε­ο­λο­γί­ας, ν ­χουν τό­σο πε­ρι­ε­χό­με­νο κα βά­θος πο ο­τε τ καταλά­βαι­νες ο­τε τ χρει­α­ζό­σουν ­ταν ­σουν μι­κρ παι­δί.

            Τ παι­δ χαί­ρε­ται τ παι­χνί­δι­α κα τ ζω­ή. Λυ­π­ται μι­ στιγ­μ γι­α­τ τ χά­νει (τ παιχνίδια το παι­δι­ο κα τ νε­ό­τη­τα το ­φή­βου). Α­τ πο ­κο­λου­θον ε­ναι κ­πλη­κτι­κώ­τε­ρα κα μο­νι­μώ­τε­ρα. Μπαί­νει στν πα­ρά­δο­σι το ­πο­στό­λου πο ­μο­λο­γε: "­ταν ­σθε­ν τό­τε δυνα­τός ε­μι". "Χαί­ρω ν τος πα­θή­μα­σί μου". Κα μ τν πά­ρο­δο το χρό­νου. ρ­χον­ται δυσκολί­ες. Δν στα­μα­τον τ βά­σα­να. λ­λ τ πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται σ ε­λο­γί­α κα ­γαλ­λί­α­σι.

            δη­μι­ουρ­γς κα προ­νο­η­τς τς ζω­ς μας, κά­θε φο­ρ μς δί­δει α­τ πο χρειαζόμαστε. ­λα δι' Α­το ­πο­δει­κνύ­ον­ται κα­λά: σταυ­ρός, ο πει­ρα­σμοί, ο δο­κι­μα­σί­ες.

            ­νι­σχύ­ε­σαι ­π τς δο­κι­μα­σί­ες, κα δυ­να­μώ­νεις ­π τς ­σθέ­νει­ες. Τρέ­φον­ται ο ρί­ζες σου ­π τς πί­κρες τς ζω­ς κα βλα­στά­νουν τ κλα­δι­ά σου στος φω­τει­νος ο­ρα­νος τς λευ­θε­ρί­ας κα τς ­πε­κτά­σε­ως.

            Δν δι­δά­σκε­σαι γ­κυ­κλο­παι­δι­κ τ φαι­νό­με­νο τς θρη­σκεί­ας. Ζς τν πραγμα­τι­κό­τη­τα ­τι Θε­ς ε­ναι ­γά­πη. Κα πλάθεσαι π' ατήν.

            Θε­ς ε­ναι τό­σο με­γά­λος κα ε­σπλαγ­χνος πο σ ­φή­νει ν τν ρ­νη­θς ν πέ­σης στν πει­ρα­σμ τς ­φρο­σύ­νης, ­πως ­γινε μ τν ­σω­το υ­ό. πα­τέ­ρας δν τν τι­μω­ρε (ο­τε πε­ρισ­σό­τερ τν θα­να­τώ­νει) ­πει­δ τν ρ­νε­ται. λ­λ τν ­φή­νει ν πά­η ­που θέ­λει. Κα πατρι­κή του ­γά­πη πη­γαί­νει πρν ­π' α­τόν. Τν συ­νο­δεύ­ει δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρς ν τν βλέ­πη σω­τος. Κα ρ­νού­με­νος τν πα­τέ­ρα ν­τι­λαμ­βά­νε­ται τν χά­ρι Του. Θυ­μ­ται τ σπί­τι Του. Κα μό­νος του γυ­ρί­ζει στν ­λευ­θε­ρί­α τς ­γά­πης πο ­πι­τυγ­χά­νε­ται μ τν ­πα­κο­ στν ­λή­θει­α πο ε­ναι Θε­ς πα­τέ­ρας.

            ,τι ­πι­τρέ­πει τ ­πι­τρέ­πει ­π ­γά­πη γι­ τ κα­λό μας. Πρέ­πει ν καλ­λι­ερ­γη­θ τ χωρά­φι γι­ ν δώ­ση καρ­πό. Πρέ­πει ν πε­ρά­ση δο­κι­μα­σί­ες σταυ­ρν κα πει­ρα­σμν ν­θρω­πος γι­ ν φτά­ση στν ε­αι­σθη­σί­α ν παίρ­νη δι' ­λί­γων τ πολ­λ κα ­π τν πό­νο τν πα­ρη­γο­ρι­ά.

            Κά­νον­τας ­πο­μο­ν στν ­γ­να σου, κα­τ τν πι­ δύ­σκο­λη στιγ­μ πο φτά­νεις ν λυγίσης· ρ­χε­ται κα σ βρί­σκει. Μέ­νει μα­ζί σου κα σ πα­ρη­γο­ρε.

            Πα­ρα­ξε­νεύ­ε­σαι τό­τε κα λές: "Πό­θεν μοι το­το"; Πς ­γι­νε α­τ σ μέ­να πο ­λοι μ πε­ρι­φρό­νη­σαν μ τς θε­ω­ρί­ες τους. Σ μέ­να πο ε­μαι ­ξι­ος κά­θε κα­τα­δί­κης μ τς ­μαρ­τί­ες μου. Κα ζς τ γε­γο­νς τς θεί­ας ­πι­σκέ­ψε­ως κα πα­ρα­κλή­σε­ως. Ζς τ θα­μα τς θεί­ας πα­ρου­σί­ας. Νοι­ώ­θεις τ θα­μα πς δη­μι­ουρ­γε­ται κό­σμος κ το μ ν­τος ­π πε­ρίσ­σευ­μα ­γά­πης. Πς σαρ­κο­ται Λό­γος κα Θε­ός. Πς ν­θρώ­πι­νη φύ­σι, ν­θρω­πος, Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α γεν­ν τν Θε­ κα ­να­δει­κνύ­ε­ται Θε­ο­τό­κος.

            Α­τ ε­ναι ­πρ φύ­σιν κα α­σθη­σιν, λ­λ τσι ­νερ­γε Θε­ός. Κα γι' α­τ τ θαυ­μά­σι­α ­χει πλά­σει τν ν­θρω­πο.

            ­λα τ με­γά­λα γί­νον­ται ­κό­πως, ε­ναι δ­ρα το Θε­ο· δί­δον­ται ­ξαίφ­νης, χω­ρς ν τ πε­ρι­μέ­νης, στος ­ρω­ες τς ­γά­πης κα τς ­πο­μο­νς.

            Ζς μι­ ­λό­κλη­ρη ζω­ πό­νων, γι­ ν φτά­σης σ μι­ στιγ­μ πο ταυ­τί­ζε­ται μ τν αωνιότητα· μ τν ­λευ­θε­ρί­α τς σω­τη­ρί­ας.

            Σν τν λη­στ πο κα­τα­λή­γει κρε­μα­σμέ­νος πά­νω στν σταυ­ρ ν π μι­ φρά­σι: "Μνήσθη­τί μου, Κύ­ρι­ε, ­ταν λ­θης ν τ βα­σι­λεί­ σου". Κα μπαίνει α­θη­με­ρν στν πα­ρά­δει­σο.

            Σν τν α­μορ­ρο­ο­σα το Ε­αγ­γε­λί­ου πο ­πο­φέ­ρει ­π σει­ρ ­τν. Δν βρί­σκει καμ­μι­ πα­ρη­γο­ρι­ κα θε­ρα­πεί­α μ τς ν­θρώ­πι­νες ­πεμ­βά­σεις. Φτά­νει στ ­προ­χώ­ρη­το. Κα­τα­φεύ­γει στν Χρι­στό. ­κουμ­π τ ­κρο το ­μα­τί­ου Του. ­φή­νει σ' Α­τν τν ­πό­γνω­σι το πό­νου. Κα δέ­χε­ται τν ­α­σι το πά­θους. "Πα­ρα­χρ­μα ­στη ρ­σις το α­μα­τος" (Λουκ. 8, 44).

            Τό­τε λές: ­ξι­ζε ­λος κό­πος, τ βά­σα­να κα ­πο­μο­ν μι­ς ζω­ς γι­ ν ζή­σω α­τ τ ρ­ρη­το θα­μα.

            ­λη ν­θρω­πό­της ε­ναι ­νας ν­θρω­πος. "Ες ν­θρω­πος κατωνομάσθη τ πν" (γ. Γρηγόριος Νύσσης). ­λη ­στο­ρί­α μι­ ζω­ή, μι­ πο­ρεί­α δο­κι­μα­σι­ν κα πό­νου. Ε­ναι και­ρς ν δε­χθ τ μή­νυ­μα τς ζω­ς, τ ­να, τν ­πο­κά­λυ­ψι τς ­γά­πης το Θε­ο.

            ζω­ δν ε­ναι μι­ τυ­φλ πο­ρεί­α πο κα­τα­λή­γει στν θά­να­το· λ­λ ε­ναι νας δρόμος μ πολ­λος σταυ­ρος κα ­πο­γνώ­σεις πο κα­τα­λή­γει στν ­νά­στα­σι.

            Ε­ναι δ­ρο το Θε­ο κ το μ ν­τος δη­μι­ουρ­γί­α το κό­σμου. Κα ε­ναι με­γα­λύ­τε­ρο δ­ρο τς ­δι­ας ­γά­πης κ­πλη­ξι τς ­να­στά­σε­ως πο κα­ταρ­γε τν θά­να­το κα γ­και­νι­ά­ζει τν ­τε­λεύ­τη­τη πο­ρεί­α π δόξης ες δό­ξαν.

*   *   *

            ζω­ ε­ναι ν­δι­α­φέ­ρου­σα ­πει­δ ε­ναι ­πι­κίν­δυ­νη κα ­πρό­βλε­πτη. Συ­νέ­χει­α ­λα διακυβεύ­ον­ται κα ­λα ε­ναι σί­γου­ρα μ τν πί­στι κα τν μ­πι­στο­σύ­νη στν ­γά­πη Του.

            Συμ­βαί­νουν ­πρό­σμε­νες κ­πλή­ξεις: Ο­τε μα­κρυ­νς κα ξέ­νος ε­ναι ­πο­κλει­σμέ­νος ­π τ σω­τη­ρί­α, ο­τε κον­τι­νς κα μα­θη­τς ε­ναι ­ξα­σφα­λι­σμέ­νος.

            ­νας λη­στς μπαί­νει πρ­τος στν πα­ρά­δει­σο. ­νας μα­θη­τς ρ­νε­ται τν Δι­δά­σκα­λο κα λ­λος τν προ­δί­δει. ­νας ­κα­τόν­ταρ­χος πι­στεύ­ει. Κα ο ρ­χι­ε­ρες μ­παί­ζουν κα ζη­τον τ σταύ­ρω­σι. πι­ σκλη­ρς δι­ώ­κτης γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρος ­πό­στο­λος. ­λα ε­ναι κα­λ κα νδιαφέ­ρον­τα γι­α­τ ­λα τ ρυθ­μί­ζει " ­π πάν­των Θε­ός".

            Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μ στορ­γ στν πα­ρα­στρα­τη­μέ­νο κα ­νο­χλού­με­νο ­π ­κά­θαρ­τα πνεύμα­τα. Κρί­νει α­στη­ρ τν ­πο­κρι­τ πο κά­νει τν δά­σκα­λο το νό­μου κα βα­σα­νί­ζει τν κόσμο. Θε­ρα­πεύ­ει τος ρ­ρώ­στους. Κα­λε κον­τά του ­λους τος κου­ρα­σμέ­νους κα πεγνωσμένους. Πε­τ ­ξω ­π τ να­ τος κολ­λυ­βι­στς κα ρ­γυ­ρα­μοι­βος πο μετα­βάλ­λουν τν ο­κο το Θεο σ ο­κο μ­πο­ρί­ου.

            Συμ­βαί­νουν πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα. Συχν α­το πο τν ν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τν ­γνο­ον. Κα α­το πο τν ρ­νον­ται τν ζη­τον.

            ρ­χον­ται ξ ­να­το­λν κα δυ­σμν κα ­να­κλί­νον­ται με­τ ­βρα­μ κα ­σα­κ κα ακώβ. Κα ο κα­τ φαν­τα­σί­α υ­ο τς Βα­σι­λεί­ας κ­βάλ­λον­ται ες τ πρ τ ­ξώ­τε­ρον.

            Κά­ποι­οι πο λέ­νε "Κύ­ρι­ε, Κύ­ρι­ε" κα πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ς κή­ρυ­κες κα θαυ­μα­τουρ­γο θ κού­σουν (δη­λα­δ ­κο­νε λ­λ δν κα­τα­λα­βαί­νουν) "ο­δέ­πο­τε ­γνων ­μς".

            Κά­ποι­οι συν­τη­ρη­τι­κο κη­ρύτ­τουν ταγ­κι­α­σμέ­νη θε­ο­λο­γί­α· λ­λοι προ­ο­δευ­τι­κο νερουλιασμέ­νη· κα δν τ κα­τα­λα­βαί­νουν. ν τν δια στιγμ θορύβως προχέονται ποταμο τς χάριτος π κάποιους πονεμένους, ταπεινος κα γνωστους.

            Α­τς ε­ναι ­γά­πη ­με­τά­πτω­τη κα πάν­σο­φη. μες ­πι­πο­λαι­ό­της ­δι­και­ο­λό­γη­τη κα πικίν­δυ­νη. λλ μέ­νει πάν­τα γι­ ­λους μας δς τς με­τα­νοίας.

*   *   *

            "Δί­δω ­γω­γ" ση­μαί­νει ­τι ξέ­ρω τί ε­ναι Θε­ός, κό­σμος, ν­θρω­πος. Ξέ­ρω τί ε­ναι τ παι­δί. ­π πο ξε­κι­ν. Ποι­ά ε­ναι φι­λο­δο­ξί­α, προσ­δο­κί­α κα ο δυ­να­τό­τη­τές του. Ποι­ά ­ρω­τή­μα­τα κυ­ο­φο­ρον­ται μέ­σα του κα ποι­ές ­παν­τή­σεις δί­δον­ται.

            ­ταν ­γ πο δι­δά­σκω ε­μαι μι­σε­ρς κα ­νε­παρ­κς μ μει­ω­μέ­να ν­δι­α­φέ­ρον­τα κα λλι­π γν­σι το μυ­στη­ρί­ου τς ζω­ς κα το ν­θρώ­που, ε­μαι ­κα­τάλ­λη­λος γι­ τ ρ­γο το παι­δα­γω­γο.

            ­ταν τ παι­δ ε­ναι ­ε­τς το πνεύ­μα­τος κα ­γ τ βλέ­πω σν που­λε­ρι­κό, γι­ τ κοτέτ­σι το συ­στή­μα­τος, ν μο δί­δη α­γ κα κρέ­ας γι­ πού­λη­μα. Τό­τε ­γνο­ κα πνί­γω τ ατή­μα­τα το ­ε­το πο ­χει λ­λους ­ρί­ζον­τες ζω­ς. Πε­τ σ λ­λα ­ψη. Κα φω­λι­ά­ζει σ λ­λες κορ­φές. κ­κλη­σί­α γνω­ρί­ζει τί ε­ναι ν­θρω­πος, ποι­ά φύ­σι κα ­πο­στο­λή του.

            Δν ­σχο­λο­μαι ­πλς μ τ φαι­νό­με­νο θρη­σκεί­α. Δν ­χω μπρο­στά μου σπου­δα­στς θρη­σκει­ο­λο­γι­κν ­πα­σχο­λή­σε­ων. λ­λ ­χω ε­αί­σθη­τα πλά­σμα­τα πο θέ­λουν ν ζή­σουν.

            ­φεί­λω ν τος προ­σφέ­ρω τν κα­τάλ­λη­λη τρο­φ γι­ ν ­να­πτυ­χθον κα τ παι­χνί­δι­α γι­ ν παί­ξουν. Δν τος κ­θέ­τω ,τι κυ­κλο­φο­ρε στ θρη­σκευ­τι­κ ­γο­ρ γι­ ν δι­α­λέ­ξουν μό­να τους. ­πο­μα­κρύ­νω ­λα τ αχ­μη­ρ ν­τι­κεί­με­να γι­ ν μν κο­πον παί­ζον­τας κα ­λα τ φάρμακα γι­ ν μν δη­λη­τη­ρι­α­στον δο­κι­μά­ζον­τας.

            Τ παι­δι­ τς ­ποι­ασ­δή­πο­τε θρη­σκευ­τι­κς πα­ρα­δό­σε­ως, ­ταν δον κα ­κού­σουν τν δά­σκα­λό τους ε­κο­λα κα ­προ­βλη­μά­τι­στα ν κ­θέ­τη μπρο­στά τους ­λες τς θρη­σκευ­τι­κς δοξασί­ες κα τ σύμ­βο­λα· α­θόρ­μη­τα θ πε­ρι­ο­ρι­στον στν ­αυ­τόν τους, θ κλει­στον στν πίστι τους γι­α­τ θ δι­α­κρί­νουν τν κίν­δυ­νο τς πνευ­μα­τι­κς ­δι­α­φο­ρί­ας κα το θρη­σκευ­τι­κο μο­ρα­λι­σμο. δά­σκα­λός τους δν ε­ναι παι­δα­γω­γς λ­λ μεταπράτης πληροφοριν.

            ­ταν πα­ρου­σι­α­σθ ­λή­θει­α τς ­γά­πης πο θυ­σι­ά­ζε­ται κα τος ­ξα­σφα­λίζει τ δυνατό­τη­τα τς προ­σω­πι­κς ζω­ς κα ­λευ­θε­ρί­ας, τό­τε κα­θέ­να παι­δ ­νοί­γει α­θόρ­μη­τα τν καρ­δι­ά του ­πως ­νοί­γει τ ν­θος τ πέ­τα­λά του στ φς το ­λι­ου. Κα ρ­χί­ζει ­μορ­φι­ τς ζω­ς κα τς ε­θύ­νης. Καθένας κρίνεται κα κρίνει αθόρμητα μέσα του.

            Σέ­βο­μαι τν ­λευ­θε­ρί­α το λ­λου ση­μαί­νει ­τι θυ­σι­ά­ζο­μαι γι­ ν τν ­ξα­σφα­λί­σω. Κα ­λεύ­θε­ρος ν Πνεύ­μα­τι ν­θρω­πος, ­που κα ν βρί­σκε­ται ε­ναι ­να μέ­ρος το ­λη­θι­νο ­αυ­το μας. ν σ­μα κα ν πνε­μα ­σμν ο πολ­λοί.

            Ο­τε κα­τε­βά­ζω τ μυ­στή­ρι­ο τς ζω­ς στν ­ψυ­χη πεζότητα τς ­δι­α­φο­ρί­ας. Ο­τε γνο­ τ δί­ψα κα τν προσ­δο­κί­α το νέ­ου ν­θρώ­που γι­ τ θαυ­μα­στ κα ­νέ­φι­κτα. κκλησί­α ­νοί­γει τ μυ­στή­ρι­ο το κόσμου στν ψυχ το παιδιο. Γι­ ν χα­ρ τν ­μορ­φι­ τς ζω­ς κα τν κα­τάρ­γη­σι το θα­νά­του.

            Εναι μεγάλη ελογία γι λο τν κόσμο ταν ο ρθόδοξοι εμαστε ληθιν ρθόδοξοι.

*   *   *

            Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά: μ τν ρθόδοξη μπειρία κα ζωή, τ ­μο­λο­γι­α­κ μά­θη­μα εναι νοικτ κα ­πε­ρι­ό­ρι­στο. Τ ­νοι­κτ ν­θρω­πί­νως ε­ναι τ κλει­στ κα νυπόφορο. ποιαδήποτε ­λευ­θε­ρί­α του δν μπο­ρε ν βγ ­ξω ­π τ ­ρι­α τς φθο­ρς το χώ­ρου κα το χρό­νου πο δν χω­ρον τν ν­θρω­πο.

            Θρη­σκευ­τι­κ γι­ ­λους ε­ναι κ­πλη­ξι τς ­γά­πης, τς τα­πει­νώ­σε­ως το Θε­ο Λό­γου, πο θεώνει τν νθρωπο. Θρη­σκευ­τι­κ γι­ κα­νέ­να βά­ναυ­ση ­πέμ­βα­σι το ν­θρώ­που πά­νω στν ν­θρω­πο.

            Δν θ τ κά­νω πι­ ν­θρώ­πι­νο, κα­τ τ λο­γι­σμό μου, τ μή­νυ­μα τς ζω­ς ­ταν παρουσι­ά­ζω τν Χρι­στ ­χι ς Θε­άν­θρω­πο, ­πως τν πι­στεύ­ει κ­κλη­σί­α, λ­λ ς ­να ρ­χη­γ θρη­σκεί­ας ­π τς πολ­λς πο ­πάρ­χουν.

            Κα δν βο­η­θ κα­νέ­να ­ταν λέ­ω ­τι Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα το Θε­αν­θρώ­που δν ε­ναι Θεοτό­κος λ­λ μι­ κα­λ γυ­να­κα.

            Μ ­πλό­τη­τα κα βε­βαι­ό­τη­τα λέ­γον­ται τ ρ­ρη­τα κα βι­ον­ται τ ­νέλ­πι­στα: Θε­ς ­χει τό­ση ­γά­πη πο γί­νε­ται ν­θρω­πος. Κα ν­θρω­πος ­χει τέ­τοι­ες δυ­να­τό­τη­τες, πο μπο­ρε ν γίνη θε­ς κα­τ χά­ριν. Κα Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του δν ε­ναι Χρι­στο­τό­κος λ­λ Θε­ο­τό­κος, "ν θεωροσα κτίσις γάλλεται".

            Α­τ λέ­γον­ται κα βι­ον­ται ­π τν ρ­θό­δο­ξη κ­κλη­σί­α. Κα οτε ­πι­βάλ­λε­ται δι­ τς βί­ας σ κα­νέ­να ­λή­θει­α. Οτε πο­κρύ­πτε­ται π δειλία τ θαμα.

            ­λή­θει­α τς σε­σαρ­κω­μέ­νης γά­πης δν σκο­τώ­νει ο­τε σταυ­ρώ­νει κα­νέ­να. λ­λ δέχεται ν σταυ­ρω­θ γι­ ν σώ­ση τος σταυ­ρω­τές της.

*   *   *

            Στ ζω­ το ν­θρώ­που ­πάρ­χουν δυ­σκο­λί­ες κα πει­ρα­σμοί. ­πάρ­χει διάβολος πο σπέρνει ζι­ζά­νι­α μέ­σα στ κα­λ σπέρ­μα. Πολ­λο θέ­λουν ν ­φαι­ρέ­σουν τ ζι­ζά­νι­α. Κύ­ρι­ος το ­γρο συμ­βου­λεύ­ει: Κα­λύ­τε­ρα μν τ πει­ρά­ζε­τε. ­φστέ τα ν συ­ναυ­ξά­νων­τα­ι μέ­χρι τν ­ρα το θε­ρι­σμο. Τό­τε θ π στος γ­γέ­λους ν βγά­λουν τ ζι­ζά­νι­α κα ν τ κά­ψουν.

            ­μες θέ­λο­με ν ξε­κα­θα­ρί­σω­με τ πράγ­μα­τα ­μέ­σως. ­κε­νος πά­λι συμ­βου­λεύ­ει: περιμένε­τε. Μή­πως δν δι­α­κρί­νε­τε κριβς πο βρί­σκε­ται τ κα­κό. Δν δι­α­κρί­νε­τε σω­στ τν ρ­ρώ­στι­α κα μα­ζ μ τ ζι­ζά­νι­α κά­ψε­τε κα τν ­αυ­τόν σας.

            ­μες μως ε­μα­στε σί­γου­ροι γι­ τ ­λά­θη­το τς δι­α­γνώ­σε­ώς μας. Κα ­πεμ­βαί­νο­με δυνα­μι­κ γι­ ν κα­θα­ρι­σθ ­γρς τς ­στο­ρί­ας.

            Κα­με τ ζι­ζά­νι­α τν α­ρε­τι­κν κα ­πί­στων γι­ ν κρα­τή­σω­με κα­θα­ρ τν πί­στι.

            Κα­με τ μι­ά­σμα­τα τς κα­τώ­τε­ρης ράτ­σας γι­ ν δι­α­τη­ρή­σω­με κα­θα­ρ τ λευ­κ φυ­λή μας.

            Σκο­τώ­νο­με τος ­κμε­ταλ­λευ­τς το λα­ο γι­ ν ­πι­βά­λω­με τ δι­και­ο­σύ­νη κα τν σότητα μ τ βί­α τς ­πο­φά­σε­ως κα τν ­σχ τς γρο­θι­ς μας.

            λ­λ δν βρί­σκε­ται τ­σι λύ­σις. λοι εναι να κομμάτι το αυτο μας. λοι περιμένουν τ σωτηρία. λοι εμαστε πεύθυνοι γι λα.

            ­ν τ ψέ­μα σκο­τώ­νει τν λ­λον γι­ ν ­πι­βλη­θ· ­λή­θει­α σταυ­ρώ­νε­ται γι­ ν σώ­ση τος σταυ­ρω­τές της. προ­τρο­π τς κ­κλη­σί­ας ε­ναι: "Σταυ­­­­­­ρώ­­­­­θη­τι κα μ σταυ­ρώ­σης. δικήθη­τι κα μ ­δι­κή­σης". τε­λι­κς σκο­πς το θεί­ου θε­λή­μα­τος ε­ναι: "πάντας νθρώ­πους σωθναι κα ες πίγνωσιν ληθείας λθεν".

*   *   *

            ­ταν ­νε­ξάρ­τη­τα τς δη­μι­ουρ­γι­κς τν πάν­των ­λή­θει­ας θέ­λω ν ­πι­βάλ­λω τν ­πο­ψί μου: σκο­τώ­νω τν λ­λον γι­ ν σώ­σω τ θε­ω­ρί­α μου, σκο­τώ­νω τν ­λή­θει­α (­ξι­σώ­νω τ ­γι­ μ τ νο­ση­ρ) γι­ ν ζα­λί­σω τν ν­θρω­πο κα ν πε­τύ­χω τ σχέ­δι­ά μου.

            Ε­ναι ­δι­ά­σπα­στη σχέ­σι ­λή­θει­ας κα ­γά­πης. Δν ­πάρ­χει μί­α χω­ρς τν λ­λη.

            ­λή­θει­α τς ­γά­πης δη­μι­ουρ­γε τν κό­σμο. Κα ­γά­πη τς ­λή­θει­ας ­λευ­θε­ρώ­νει τν ν­θρω­πο. "Γνώ­σε­σθε τν ­λή­θει­αν, κα ­λή­θει­α ­λευ­θε­ρώ­σει ­μς" (­ω. 8, 32).

            Τ ψέ­μα: ε­τε σκο­τώ­νει τν νθρωπο γι­ ν σώ­ση τ θε­ω­ρί­α του· ε­τε σκο­τώ­νει τν λή­θει­α -- ­ξι­σώ­νει τ φενάκη μ τν πραγματικότητα -- γι­ ν ­κυ­ρώ­ση τν ­λευ­θε­ρί­α το νθρώ­που.

            ­λή­θει­α ε­ναι ­γά­πη πο θυ­σι­ά­ζε­ται γι­ ν σώ­ση τν ν­θρω­πο, τν ­δύ­να­το κα δικαι­ο­λό­γη­το.

            Ψέ­μα ε­ναι βά­ναυ­ση ­πέμ­βα­σι πο ­πι­βάλ­λε­ται δι­ τς βί­ας. Κλεί­νει τν ν­θρω­πο στν κα­τα­δί­κη τς συμ­φο­ρς. Κα τν ­νο­μά­ζει θρη­σκεί­α, ­ν α­τουρ­γός της πα­ρι­στά­νη τν προφή­τη δη­μο­κρα­τί­α ­ν παί­ζη τ ρό­λο το πο­λι­τι­κο ­γέ­τη.

            λ­λ βα­ναυ­σό­τη­τα το πεί­σμα­τος βα­σι­λεύ­ει λ­λ' οκ α­ω­νί­ζει. Βασανίζει μόνο μέσα στν στορία τν νθρωπο.

            χρό­νος περ­ν. μα­νί­α σβή­νει. γρο­θι­ λει­ώ­νει. Τ θύματα μένουν. Κα μέ­σα στς ο­μω­γς το πό­νου κα τος πο­τα­μος τν α­μά­των πο χύ­νο­με, βλέ­πο­με ­ρε­μα ­δι­α ­λή­θει­α τς ­γά­πης ν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ­λώ­βη­τη κα ν μς πε­ρι­μέ­νη. . .

*   *   *

            Κα ­λοι ­ν ­πα­να­στα­τή­σω­με γι­ ν ν­τι­κα­τα­στή­σω­με τν ­να δη­μι­ουρ­γ το παν­τς κα ν δι­ορ­θώ­σω­με τ ρ­γο Του, δν πε­τυ­χαί­νο­με τί­πο­τε πέ­ρα ­π συμ­φο­ρς γι­ τν κό­σμο.

            Κα ­λοι μό­νοι μας ­ν ­πο­φα­σί­σω­με ν Τν βο­η­θή­σω­με μ τ λο­γι­σμό μας, πά­λι στ κε­ν δου­λεύ­ο­με.

            ­ταν μ δέ­ος συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω­με τν ­ε­ρό­τη­τα τς ζω­ς κα τν παν­το­κρα­το­ρί­α τς γά­πης, συ­νερ­χό­με­θα ν με­τα­νοί­. Τα­πει­νού­με­θα ε­γνώ­μο­να κα ε­χα­ρι­στο­με συ­νε­σταλ­μέ­νοι.

            Ζη­το­με ν γί­νε­ται τ θέ­λη­μά Του κα γ­κεν­τρι­ζό­μα­στε στν καλ­λι­έ­λαι­ο τς ζω­ς. Γίνον­ται παν­το­δύ­να­μοι ο ­δύ­να­τοι. Α­το ε­ναι ε­λο­γί­α γι­ ­λους, γι­α­τ ­λοι ε­μα­στε ­να.

            ποκαραδοκία τν ­θνν κα τε­λι­κς σκο­πς τς θεί­ας βου­λή­σε­ως ε­ναι: ­να πάν­τες ν ­σι.

            ­π ­γά­πη πρς τς ε­αί­σθη­τες ψυ­χές, ­που γς, πο πονον κα δι­ψον τν ­λή­θει­α τς ­λευ­θε­ρί­ας· κα ­π σε­βα­σμ πρς α­τος πο πολ­το­ποι­ή­θη­καν - κα πολτοποιονται - ­π τος ­λο­κλη­ρω­τι­σμος το ψεύ­δους, εναι καλ ν σε­βα­στο­με τν ­γι­ό­τη­τα τς ζω­ς το νθρώ­που ­πως τν ­πλα­σε Θε­ός.

Εργαλεία Επισκεπτών

feed-image

Έχουμε 73 επισκέπτες και κανένα μέλος σε σύνδεση

Δεν ξεχνώ

ΝΟΜΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

Τα  άρθρα, τα σχόλια και τα εν γένει κείμενα, εκφράζουν τις απόψεις των συγγραφέων τους ή και των ιστοσελίδων και ιστοτόπων που τα δημοσίευσαν αρχικά. Η παρούσα ιστοσελίδα τα δημοσιεύει ή τα αναδημοσιεύει ως αρχειακό και ιστορικό υλικό και καταβάλει κάθε προσπάθεια να μην περιλαμβάνει περιεχόμενο που εμπίπτει σε νομοθετικές απαγορεύσεις. Σε καμμία περίπτωση δεν αποδέχεται, ούτε και υιοθετεί, σχόλια και χαρακτηρισμούς κειμένων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν  ως δυσφήμιση κάθε μορφής ή παράνομη αποκάλυψη στοιχείων και δεδομένων. Αν διαπιστώσετε δημοσιευμένο περιεχόμενο που εμπίπτει σε νόμιμες απαγορεύσεις, παρακαλούμε στείλτε σχετικό e-mail στην ηλ. δ/νση : tideon at tideon.org . Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε τους  όρους χρήσης και τις διευκρινίσεις για το περιεχόμενο.